κομματισμός

κομματισμός
ο приверженность к какой-л. партии

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "κομματισμός" в других словарях:

  • κομματισμός — ο 1. το να είναι κάποιος μέλος ενός κόμματος 2. η τυφλή προσήλωση σε ένα κόμμα. [ΕΤΥΜΟΛ. < κομματίζομαι. Η λ. μαρτυρείται από το 1871 στο Λεξικόν ελληνογαλλικόν τού Άγγελου Σ. Βλάχου] …   Dictionary of Greek

  • κομματισμός — ο το να κομματίζεται κανείς …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • μικροκομματισμός — ο η επιδίωξη κομματικού συμφέροντος με ευτελή συνήθως μέσα και πάνω από κάθε άλλη υψηλότερη σκοπιμότητα. [ΕΤΥΜΟΛ. < μικρ(ο) * + κομματισμός (< κόμμα + ισμός*). Η λ. μαρτυρείται από το 1891 στην εφημερίδα Ακρόπολις] …   Dictionary of Greek

  • φατριασμός — ο η δράση για τα συμφέροντα της φατρίας (βλ. λ.), κομματισμός, μεροληψία, μεροληπτικότητα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»